Έπονται Πτεροδάχτυλοι


Μυρίζετε.
Τα χνώτα σας μυρίζανε και πριν ενώ ήσαστε πλέον χορτάτοι.
Μα τώρα πιο πολύ μυρίζετε,
Που καλυμμένοι με τη στάχτη
Όλων αυτών που άλλοτε ως δήμιοι και εκδοχείς της εξουσίας,
Ή αλλοτε σφυρίζοντας αδιάφορα,
εκ του ασφαλούς ανασφαλείς με άλλοθι τα απρόσωπά σας προσωπεία,
μικρούληδες τρανοί από έδρανα ανέραστα
θωρούσατε απ’ τα μαλλιά να τους τραβούν όξω από τα σπίτια τους
και κοπάδια να τους συνωστίζουνε στα κρεματόρια,
φωνάζετε «Φωτιά!» και την οργή του απελπισμένου πιπιλάτε
σα να ναι ένα προνόμιο κι αυτή – εις την αρμοδιότητά σας –
και σαν αντίδωρο και σωτηρία στην ανέγκλητή σας συμφορά.

Μπορεί επιδέξια από την πίσω πόρτα να ξεγλιστράτε
και με κουρέλια, σαν ήρωες τραγικοί, μέσα στων ταπεινών το πλήθος
έτσι να κρύβετε τη θεόσταλτη καταγωγή σας.
Φωνάζετε ξεδιάντροπα με τις κραυγές των ενδεών, τους αγκαλιάζετε σαν να ήσαστε αδέλφια.
(Είναι παιχνίδι αυτό παλιό των αυλικών).

Η μυρωδιά, όμως, αυτή και η στρογγυλή κοιλιά σας θα σας προδώσουν
όταν βαρύς ο πέλεκυς τη θεσμική συνενοχή καρατομήσει.

Ω! Φαρισαϊκή θρηνωδία στη σχιζοειδή ανατολή!

Η απογοήτευση μονάχη δεν αρκεί

για να μιλήσει ποσο σκουρήνανε τα στάχυα

πώς ο ουρανός θολός σβήνει από το βλέμμα και τη μνήμη

ποσο οι φωνές των εκδικητών της Ιστορίας ακούγονται αηδιαστικές και

μικροπρεπείς από τα εργαλεία της επικονωνίας

πως το φαϊ δεν έχει γεύση και κατεβαίνει λάστιχο καμμένο στο στομάχι.

Με τον ομφάλιο λώρο μου ουρά να σέρνεται,

στίγμα ταυτότητα που σαμποτάρει τις κρυψώνες μου,

το όνομά σου κάθε φορά που ψιθυρίζω φαντάζει όλο και πιο πολύ ξένο και κενό,

μια καταδίκη δίχως φαντασία και ελπίδα.

 Θυμησιές το σύμπαν της κεντούν / ανόητα ονειρικές αναπαραστάσεις στιγμών φαντάσματα / τούλια κατάλευκα όπως θροϊζουν κρεμασμένα με μανταλάκια από τα κάγγελα του φωταγωγού παραμονεύοντας                    τη σιωπή              καμιά φορά θα σκαρφαλώσουν νωθρά συνομιλίες / και που και που νάσου μια βίαιη τσιρίδα και προσταγή θα σκίσει κατακόρυφα             τους δείκτες 7 και 25 το απόγευμα             οι σκιές κυκλώνουν ύαινες τα αντικείμενα στα ράφια  και συντονίζονται υπομονετικά με την ανάσα της / που από πείνα και μόνο κυλιέται χαδιάρικα στον καναπέ διάτρητη.

Αυτές οι εποχές είναι επικίνδυνες.

Είναι η καρδιά μου πτυελοδοχείο

Είναι το σώμα μου κάδος απορριμάτων

Είναι τα μάτια μου βιτρίνα ραγισμένη

Είναι ο τράχηλός μου τοίχος σκαμμένος από σφαίρες,

 Αυλακωμένος από κραυγές χημικές

Κάτω από το σάβανο που ρίχνει με αναφιλητά η ανατολή να με σκεπάσει