Η πατρίδα μου (όπως και κάθε πατρίδα) ήταν μεγάλη. Είχε ψυχή. Ήταν μια έννοια, μια ιδέα διαχρονική και ανθεκτική, υπεράνω των εκάστοτε συμβάντων που συχνά-πυκνά αμαύριζαν την εικόνα του έθνους: περιστατικά μικρά και μεγάλα, από αυτά που αναπόφευκτα βρίθει η ροή της ιστορίας και δείχνουν πως οι άνθρωποι είναι ικανοί να πράξουν άλογα, να γίνουν μικροί, άτιμοι, γελοίοι. Ακόμα και κτήνη. Η πατρίδα, όμως, ήταν πάντα εκεί, καθαρή, να φιλτράρει ό,τι πιο ευγενικό είχε ως κληρονομιά – πολιτική, πολιτιστική και πολιτισμική – να προσφέρει αυτή η μικρή γωνιά στον χάρτη της οικουμένης. Και πρωτίστως να συγκινεί και να εμψυχώνει.

Σχεδόν ένας αιώνας πολιτικών συγκρούσεων – στο περιθώριο της αναδίπλωσης του δυτικού κόσμου και του ψυχρού πολέμου – βεβήλωσαν την ιδέα της πατρίδας. Η πατρίδα μου μετατράπηκε σε λεξικό όρο που τον σφετερίστηκαν με ζήλο όλοι όσοι επιδίωξαν κοινωνική συσπείρωση γύρω από τα παραδοσιακές δυνάμεις εξουσίας και την ηθική που τις θωρακίζει, και την ταύτισαν με την ανθυγιεινή συντήρηση, τη μισαλλοδοξία, τη μικροαστική κακογουστιά και τον επαρχιώτικο φαρισαϊκό φανατισμό. Το κράτος και η πατρίδα έγιναν ένα – όχι «πολλά που είναι ένα», αλλά μόνο ΕΝΑ. Ταϊσμένη με δηλητήριο, αυτή η λέξη «πατρίδα» θέριεψε, έγινε όπλο και στράφηκε κατά της πατρίδας μου. Κι έτσι μεγαλώσαμε πληγωμένοι βαθιά μέσα στην ψυχή, καχύποπτοι, μην μπορώντας να διακρίνουμε την πατρίδα μου από τη μολυσμένη «πατρίδα».

Ο μόνος τρόπος να περισώσουμε την πατρίδα από τις ορδές αυτών που σήμερα οσο ποτέ την καταχρώνται με τοση περισσή φαυλότητα για να νομιμοποιήσουν ηθικά τη μικρότητα και το μίσος τους, σέρνοντάς την από δω κι από κει άλλοτε σαν τομάρι κι άλλοτε σαν λοστό, είναι να την υπερασπιστούμε απέναντι τους με πολλαπλάσιο ζήλο και σθένος. Μια φορά εκείνοι πατριώτες – τρεις εμείς. Ψηλά εκείνοι τις σημαίες – ψηλότερα και με αυθεντική υπερηφάνεια εμείς. Πέντε κουβέντες θα κάνουν για το έθνος και την ιστορία του εκείνοι – είκοσι εμείς, και πιο μεστές, πιο γεμάτες, πιο έντιμες. Για αυτούς η πατρίδα είναι μια δηλητηριασμένη λέξη που ήρθε να γεμίσει το τεράστιο κενό που βρήκαν μέσα τους. Για μας η πατρίδα είναι η γη που μας έθρεψε, η ψυχή που μας μεγάλωσε, η ελπίδα μέσα στην οποία κλείσαμε την προσδοκία ενός καλύτερου κόσμου σύμφωνα με τα ευγενικά και υπερβατικά ιδεώδη που μας παραδόθηκαν.

Για αυτό λοιπόν. Μια φορά εκείνοι – δέκα εμείς.

Τι είναι η πατρίδα μας;

Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είν’ οι κάμποι;
Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά;
Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει;
Μην είναι τ’ άστρα της τα φωτεινά;

Μην είναι κάθε της ρηχό ακρογιάλι
και κάθε χώρα της με τα χωριά;
κάθε νησάκι της που αχνά προβάλλει,
κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;

Μην είναι τάχατε τα ερειπωμένα
αρχαία μνημεία της χρυσή στολή
που η τέχνη εφόρεσε και το καθένα
μια δόξα αθάνατη αντιλαλεί;

Όλα πατρίδα μας! Κι αυτά κι εκείνα,
και κάτι που ‘χουμε μες την καρδιά
και λάμπει αθώρητο σαν ήλιου αχτίνα
και κράζει μέσα μας: Εμπρός παιδιά!

Ιωάννης Πολέμης