Μυρίζετε.
Τα χνώτα σας μυρίζανε και πριν ενώ ήσαστε πλέον χορτάτοι.
Μα τώρα πιο πολύ μυρίζετε,
Που καλυμμένοι με τη στάχτη
Όλων αυτών που άλλοτε ως δήμιοι και εκδοχείς της εξουσίας,
Ή αλλοτε σφυρίζοντας αδιάφορα,
εκ του ασφαλούς ανασφαλείς με άλλοθι τα απρόσωπά σας προσωπεία,
μικρούληδες τρανοί από έδρανα ανέραστα
θωρούσατε απ’ τα μαλλιά να τους τραβούν όξω από τα σπίτια τους
και κοπάδια να τους συνωστίζουνε στα κρεματόρια,
φωνάζετε «Φωτιά!» και την οργή του απελπισμένου πιπιλάτε
σα να ναι ένα προνόμιο κι αυτή – εις την αρμοδιότητά σας –
και σαν αντίδωρο και σωτηρία στην ανέγκλητή σας συμφορά.

Μπορεί επιδέξια από την πίσω πόρτα να ξεγλιστράτε
και με κουρέλια, σαν ήρωες τραγικοί, μέσα στων ταπεινών το πλήθος
έτσι να κρύβετε τη θεόσταλτη καταγωγή σας.
Φωνάζετε ξεδιάντροπα με τις κραυγές των ενδεών, τους αγκαλιάζετε σαν να ήσαστε αδέλφια.
(Είναι παιχνίδι αυτό παλιό των αυλικών).

Η μυρωδιά, όμως, αυτή και η στρογγυλή κοιλιά σας θα σας προδώσουν
όταν βαρύς ο πέλεκυς τη θεσμική συνενοχή καρατομήσει.

Ω! Φαρισαϊκή θρηνωδία στη σχιζοειδή ανατολή!

Advertisements