Νοέμβριος 2009


 Θυμησιές το σύμπαν της κεντούν / ανόητα ονειρικές αναπαραστάσεις στιγμών φαντάσματα / τούλια κατάλευκα όπως θροϊζουν κρεμασμένα με μανταλάκια από τα κάγγελα του φωταγωγού παραμονεύοντας                    τη σιωπή              καμιά φορά θα σκαρφαλώσουν νωθρά συνομιλίες / και που και που νάσου μια βίαιη τσιρίδα και προσταγή θα σκίσει κατακόρυφα             τους δείκτες 7 και 25 το απόγευμα             οι σκιές κυκλώνουν ύαινες τα αντικείμενα στα ράφια  και συντονίζονται υπομονετικά με την ανάσα της / που από πείνα και μόνο κυλιέται χαδιάρικα στον καναπέ διάτρητη.

Αυτές οι εποχές είναι επικίνδυνες.

Βρήκα υγιή και τονωτική, όχι απλά για την ιστορική μνήμη των γεγονότων αλλά για αυτό που θέλω να αποκαλώ ιστορική μνήμη της ανθρωπιάς, τις διάφορες ρετροσπεκτίβες μαγνητοσκοπημένου υλικού από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, που διακινήθηκαν επετειακά στο διαδίκτυο.

 Μου φάνηκε πως τα σύντομα αποσπάσματα, παρουσιάζοντας το καθένα την οπτική μίας κάμερας ή ενός μεμονωμένου συμβάντος,  λειτούργησαν πιο δυναμικά από τα μεγάλου μήκους αφιερώματα. Για αρχή, δεν χρησιμοποιούν μοντάζ και επιτρέπουν καθαρά εμπειρικές – έστω και φιλτραρισμένες μέσω οθόνης – ματιές. Δεύτερον, συχνά απουσιάζει ο σχολιασμός του μεσάζοντα/δημοσιογράφου, ο λόγος που πολλάκις σχηματοποιεί τα γεγονότα και τα εντάσσει σε κάποια τηλεοπτικά εύχρηστη επικοινωνιακή φόρμα. Τρίτον, αποσπασματικά και ακατέργαστα ως σύνολο, προσφέρουν στη θέληση και αντοχή του θεατή μια διευρυνμένη διεργασία εμβάθυνσης στο τότε κλίμα, τη δυνατότητα σφαιρικής αναδρομής μέσα από την ανασύνθεση των διαθέσιμων πολλάπλών πηγών.

Η ιστορική μνήμη της ανθρωπιάς λειτουργεί αυθόρμητα, όχι όμως έξω από το συνειδητό. Είναι αυτό το πνίξιμο που ανεβαίνει με ταχύτητα από το στήθος και κλωτσά πίσω από τη ρινική κοιλότητα, είναι τα πρώτα δάκρυα που μαζεύονται στα μάτια κατά την επαφή μας με αυτό το υλικό. Είναι η συγκίνηση που δημιουργείται  όχι επειδή η ιστορική ταυτότητα των γεγονότων διεκδικεί ιδιαίτερο βάρος αλλά επειδή ερχόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με ανόθευτες εκδηλώσεις ανθρωπιάς (ή και του σκοτεινού αντίθετού της) στις δεδομένες χρονικές στιγμές.

Για να κλείσω το όλο εννοιολογικό σχήμα όπως το αντιλαμβάνομαι εδώ, η ιστορική μνήμη της ανθρωπιάς αποκτά περαιτέρω αποχρώσεις όταν αντιπαραθέσουμε τις ελπίδες, τη θέληση, την αναμονή που καθρέφτιζαν στα μάτια τους οι Γερμανοί, την αδελφικότητα που γιόρταζε και προσδοκούσε να εδραιώσει ο γερμανικός λαός εκείνες τις μέρες απέναντι στα  δεινά της μισαλλοδοξίας και της καχυποψίας του παρελθόντος, με την 20 χρόνια μετά πραγματικότητα του ανταγωνισμού, της μετα-ανθρώπινης εμπειρίας του στιγματισμού και της αποξένωσης στο εργασιακό, ταξικό, πολιτισμικό και ηθικό πεδίο.

Αφενός μας εντυπωσιάζει το πώς η ανθρωπιά πασχίζει να εκραγεί, ποσο αγνά και φυσικά εκφράζεται όταν της δοθεί η ευκαιρία. Και από την άλλη, πώς εκτονώνεται, πώς εκτοπίζεται συστηματικά η γνώση της και η μνήμη της.

Χρειάζονται εκρήξεις για να θυμόμαστε ότι είμαστε άνθρωποι (;).

Είναι η καρδιά μου πτυελοδοχείο

Είναι το σώμα μου κάδος απορριμάτων

Είναι τα μάτια μου βιτρίνα ραγισμένη

Είναι ο τράχηλός μου τοίχος σκαμμένος από σφαίρες,

 Αυλακωμένος από κραυγές χημικές

Κάτω από το σάβανο που ρίχνει με αναφιλητά η ανατολή να με σκεπάσει