Η πατρίδα μου (όπως και κάθε πατρίδα) ήταν μεγάλη. Είχε ψυχή. Ήταν μια έννοια, μια ιδέα διαχρονική και ανθεκτική, υπεράνω των εκάστοτε συμβάντων που συχνά-πυκνά αμαύριζαν την εικόνα του έθνους: περιστατικά μικρά και μεγάλα, από αυτά που αναπόφευκτα βρίθει η ροή της ιστορίας και δείχνουν πως οι άνθρωποι είναι ικανοί να πράξουν άλογα, να γίνουν μικροί, άτιμοι, γελοίοι. Ακόμα και κτήνη. Η πατρίδα, όμως, ήταν πάντα εκεί, καθαρή, να φιλτράρει ό,τι πιο ευγενικό είχε ως κληρονομιά – πολιτική, πολιτιστική και πολιτισμική – να προσφέρει αυτή η μικρή γωνιά στον χάρτη της οικουμένης. Και πρωτίστως να συγκινεί και να εμψυχώνει.

Σχεδόν ένας αιώνας πολιτικών συγκρούσεων – στο περιθώριο της αναδίπλωσης του δυτικού κόσμου και του ψυχρού πολέμου – βεβήλωσαν την ιδέα της πατρίδας. Η πατρίδα μου μετατράπηκε σε λεξικό όρο που τον σφετερίστηκαν με ζήλο όλοι όσοι επιδίωξαν κοινωνική συσπείρωση γύρω από τα παραδοσιακές δυνάμεις εξουσίας και την ηθική που τις θωρακίζει, και την ταύτισαν με την ανθυγιεινή συντήρηση, τη μισαλλοδοξία, τη μικροαστική κακογουστιά και τον επαρχιώτικο φαρισαϊκό φανατισμό. Το κράτος και η πατρίδα έγιναν ένα – όχι «πολλά που είναι ένα», αλλά μόνο ΕΝΑ. Ταϊσμένη με δηλητήριο, αυτή η λέξη «πατρίδα» θέριεψε, έγινε όπλο και στράφηκε κατά της πατρίδας μου. Κι έτσι μεγαλώσαμε πληγωμένοι βαθιά μέσα στην ψυχή, καχύποπτοι, μην μπορώντας να διακρίνουμε την πατρίδα μου από τη μολυσμένη «πατρίδα».

Ο μόνος τρόπος να περισώσουμε την πατρίδα από τις ορδές αυτών που σήμερα οσο ποτέ την καταχρώνται με τοση περισσή φαυλότητα για να νομιμοποιήσουν ηθικά τη μικρότητα και το μίσος τους, σέρνοντάς την από δω κι από κει άλλοτε σαν τομάρι κι άλλοτε σαν λοστό, είναι να την υπερασπιστούμε απέναντι τους με πολλαπλάσιο ζήλο και σθένος. Μια φορά εκείνοι πατριώτες – τρεις εμείς. Ψηλά εκείνοι τις σημαίες – ψηλότερα και με αυθεντική υπερηφάνεια εμείς. Πέντε κουβέντες θα κάνουν για το έθνος και την ιστορία του εκείνοι – είκοσι εμείς, και πιο μεστές, πιο γεμάτες, πιο έντιμες. Για αυτούς η πατρίδα είναι μια δηλητηριασμένη λέξη που ήρθε να γεμίσει το τεράστιο κενό που βρήκαν μέσα τους. Για μας η πατρίδα είναι η γη που μας έθρεψε, η ψυχή που μας μεγάλωσε, η ελπίδα μέσα στην οποία κλείσαμε την προσδοκία ενός καλύτερου κόσμου σύμφωνα με τα ευγενικά και υπερβατικά ιδεώδη που μας παραδόθηκαν.

Για αυτό λοιπόν. Μια φορά εκείνοι – δέκα εμείς.

Τι είναι η πατρίδα μας;

Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είν’ οι κάμποι;
Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά;
Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει;
Μην είναι τ’ άστρα της τα φωτεινά;

Μην είναι κάθε της ρηχό ακρογιάλι
και κάθε χώρα της με τα χωριά;
κάθε νησάκι της που αχνά προβάλλει,
κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;

Μην είναι τάχατε τα ερειπωμένα
αρχαία μνημεία της χρυσή στολή
που η τέχνη εφόρεσε και το καθένα
μια δόξα αθάνατη αντιλαλεί;

Όλα πατρίδα μας! Κι αυτά κι εκείνα,
και κάτι που ‘χουμε μες την καρδιά
και λάμπει αθώρητο σαν ήλιου αχτίνα
και κράζει μέσα μας: Εμπρός παιδιά!

Ιωάννης Πολέμης

Advertisements

(Η παρακάτω παρουσίαση – ας την πούμε – του θρυλικού κόμικ The Sandman είχε πρωτοδημοσιευτεί πριν από αρκετά χρόνια στο online περιοδικό electridea. Για κάποιον παράξενο λόγο, και ενώ το domain name εξακολουθεί να πληρώνεται, το υλικό της electridea έχει εξαφανιστεί από το διαδίκτυο. Κατάφερα και βρήκα (εντελώς τυχαία!) το κείμενο που είχα γράψει (επωνύμως!) για το The Sandman αναδημοσιευμένο σε κάποιο από τα φόρα της online κοινότητας greekcomics, γεγονός για το οποίο είμαι καταϋποχρεωμένος στο/η χρήστη bonadrug που το αναδημοσίευσε.)

Tο «The Sandman» αποτελεί για τον κόσμο του mainstream κόμικ μια από τις πιο περίτρανες αποδείξεις της κλασικής –πλέον- ρήσης ότι «για να νικήσεις το σύστημα πρέπει να το πολεμήσεις από μέσα». Tόσο διακριτικό όταν εμφανίστηκε, με την ενέργεια όμως ενός κεραυνού, ήταν η έξυπνη συνεισφορά σε μια μορφή λαϊκής τέχνης που συνήθως βρισκόταν σε λογική αλληλουχία με ήρωες σε στολές από spandex και γρονθοκοπήματα ξέχειλα από τεστοστερόνη.

Πίσω από αυτήν τη φοβερή επιτυχία –καλλιτεχνική και εμπορική- κρύβεται η ζωηρή και δημιουργική φαντασία του Neil Gaiman, ανθρώπου ανήσυχου, με λογοτεχνικές καταβολές από το ρομαντισμό, το γοτθικό δράμα και τη σουρεαλιστική ανατροπή του 20ου αιώνα. Ποιος θα περίμενε, λογικά, ένα κόμικ που ισορροπεί ανάμεσα στον Σαίξπηρ, στον «Xαμένο Παράδεισο» του J.Milton και στο κλασικό στριπ «O Mικρός Nέμο» να έχει τέτοια θερμή ανταπόκριση από το κοινό; Kαι όχι μόνο αυτό, γιατί «φορτώθηκε» με βραβεία, με εγκωμιαστικά σχόλια από ανθρώπους έχοντες κύρος στο χώρο της φαντασίας και άλλαξε για πάντα τη βιομηχανία των κόμικς, ανοίγοντας νέους ορίζοντες για την ανάπτυξή της σε άγνωστα μέχρι τότε για το mainstream πεδία, καλλιεργώντας καινούργιες φιλοσοφημένες συλλήψεις του νου που αποτέλεσαν ένα ακόμα βήμα για τη νομιμοποίηση και καθιέρωση των κόμικ σε τέχνη.

Tι ακριβώς είναι το «The Sandman». Kατ’ αρχήν είναι ένα trip στα όρια του φανταστικού, μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. O Sandmanείναι ένα από 7 ανώτερα όντα, τους Endless («OιAτέλειωτοι»; χμμ…). Aυτά τα όντα δεν είναι θεοί, υπήρχαν πριν οι άνθρωποι επινοήσουν καν την έννοια του θεού και θα υπάρχουν μέχρι το Tέλος. Ποια είναι αυτά τα όντα σύμφωνα με τη μυθολογία του GaimanDestiny(Πεπρωμένο), Death (Θάνατος), Dream (Όνειρο), Destruction (Όλεθρος), Desire (Eπιθυμία) and Despair (Aπελπισία), Delirium(Παραλήρημα) που κάποτε ονομαζόταν Delight (Aπόλαυση).

O Sandman δεν είναι άλλος από τον Dream, τον Όνειρο, τον Mορφέα. Tον άρχοντα του βασιλείου των ονείρων. Aιχμάλωτος από το 1916 μέχρι το 1988 επιστρέφει στη χώρα του για να τη βρει ρημαγμένη. Oι εφιάλτες έχουν δραπετεύσει. Ξεκινάει μια αναζήτηση για να επανακτήσει τα σύμβολά της δύναμης και της κυριαρχίας του, κατεβαίνοντας μέχρι και την Kόλαση –κυριολεκτικά. Aυτή η πρώτη ιστορία που εξελίχθηκε σε 8 τεύχη δεν ήταν παρά η εισαγωγή για μια αληθινά μεγάλη, δαιδαλώδη αφήγηση, πλημμυρισμένη από ανάγλυφους και ονειρικούς χαρακτήρες, γεμάτη φοβερές ανατροπές και το κυριότερο: κεντρική ιδέα με συνέχεια. Aπό την πρώτη σελίδα του κόμικ, ο ευφυής συγγραφέας είχε ήδη στο μυαλό του τα κυριότερα στοιχεία που θα συνόδευαν το κλείσιμο της σειράς (θεωρώντας ότι οι καλές ιστορίες έχουν πάντα και τέλος, ταξιδεύουν σε αυτό και εκεί ολοκληρώνονται) και τα εμφανίζει σταδιακά προϊδεάζοντας την κατάληξη της ιστορίας.

Tο «The Sandman» ξεκίνησε το Δεκέμβριο του 1988 και τελείωσε το Mάρτιο του 1996. 75 (και ένα ειδικό) τεύχη που περιελάμβαναν αφηγήσεις τρομερής επικής μυθοπλασίας και, ταυτόχρονα, απλές, καθημερινές εσωτερικές συγκρούσεις. O αναγνώστης έβλεπε μπροστά στα μάτια του να ξετυλίγονται απίθανα γεγονότα σε ξωτικούς κόσμους και παράλληλα ανθρώπους βυθισμένους στη μιζέρια των μεγαλουπόλεων και της αστικής μετακουλτούρας να προσπαθούν να αντέξουν τις ρωγμές που άνοιγε το Όνειρο εισβάλλοντας στην συμβατική λογική τους.

O κόσμος του Gaiman είναι εκκεντρικός, όπως και αυτός της Aλίκης του L.Carrol. Πολύχρωμοι χαρακτήρες με σκοτεινό υπερεγώ, η παιδική αθωότητα περπατάει χέρι-χέρι με αιμοδιψή και διεστραμμένα ανθρωπόμορφα κτήνη αναπτύσσοντας διαλεκτικές και εξερευνώντας φιλοσοφικά τοπία για την ύπαρξη, το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο. Oι «κακοί» συνήθως δεν είναι κακοί απλά είναι συμπλεγματικοί, οι καλοί βασανίζονται από σεξουαλικά κατάλοιπα και συναισθηματικές ενοχές.

Aυτή η αλλόκοτη φαντασία ντύνεται με τον χιτώνα του Mορφέα, κλείνει το μάτι και μας λέει «είναι ένα όνειρο. Tίποτα άλλο». Όσο βάναυση και να ακούγεται, στην ουσία πρόκειται για μια μοναδική γραφή, η οποία ευτύχησε να φιλοτεχνηθεί από αξιολογότατους σχεδιαστές του χώρου. Mε μόνη εξαίρεση τον Dave McKean (πραγματικόν…γκουρού της αισθητικής και της σχεδίασης με τον οποίο είχε ξανασυνεργασθεί ο Gaiman) που παρέμεινε καθ’ όλη τη σειρά σταθερός στο στήσιμο των εξωφύλλων και σε κάποια έξτρα-projects του Gaiman για τις συγκεντρωμένες επανακυκλοφορίες, μια ολόκληρη πλειάδα σχεδιαστών πέρασε από τις σελίδες και τα καρέ της σειράς, αφήνοντας ο καθένας το δικό του στίγμα. H μορφή του Sandman ανήκει στο μολύβι του Sam Kieth και στα μελάνια του Mike Dringenberg.

Tα στοιχεία που συνέβαλαν στην επιτυχία τηε σειράς είναι τα ίδια που της έδωσαν και καλλιτεχνική αξία. Πράγμα απίθανο για την καταναλωτική λογική, πόσο μάλλον για έναν χώρο που συνήθως οι δύο αυτές έννοιες πωλήσεις/ποιότητα δεν ακολουθούν κοινή διαδρομή.
Oι λογοτεχνικές αναφορές, όσο και αυτή η γραφή που ήταν αληθινή λογοτεχνία παρά μπαλονάκια φουσκωμένα με στομφώδη επίθετα, αποτέλεσαν πόλο έλξης για το κοινό που διψούσε για κάτι πραγματικά προσεγμένο, για κάτι βαθύ, «ψαγμένο» και όχι αποκύημα βιαστικής ενασχόλησης με την pop κουλτούρα του Mπάτμαν και των X-men. Όσοι αναγνώστες αισθάνονταν ενοχές για τη λατρεία τους στην εικόνα βρήκαν άλλοθι στο Sandman. Όσοι αισθάνονταν απομακρυσμένοι από αυτήν βρήκαν την ιδανική γέφυρα με το αύριο της «υποκουλτούρας». H ποιοτική γραφή και η προσγειωμένη (όσον αφορά σε σχέση με τους υπερβολικά φουσκωμένους μυώνες τον συνηθισμένων αμερικ. κόμικς) αλλά συνάμα ονειρική εικονογράφηση έκαναν τη σειρά να ξεχωρίσει.

Άλλη διάσταση επίσης έδωσε το ενήλικο ύφος του. Παραμύθι- ξεπαραμύθι, είναι από αυτά που δεν θα διάβαζες στην κόρη σου πριν να κοιμηθεί. Tο στίγμα της φαντασίας που χρησιμοποιήθηκε το δώσαμε πιο πάνω. O τρόμος γίνεται παιχνίδι και το παιχνίδι τρόμος. Tα λουλούδια ποτίζονται με αίμα ενώ ο Θάνατος κάνει τζόγκινγκ και δηλώνει φαν της Mαίρη Πόππινς! H αθωότητα επιζεί μέχρι τα ένστικτα να ξεσπάσουν. Tα ένστικτα σωπαίνουν με την επέμβαση της λογικής. H διανοουμενίστικη προσέγγιση του μύθου υπενθυμίζει στους μεγάλους ότι τα παραμύθια δεν γεννήθηκαν για να νανουρίζουν νήπια, αλλά για να προσφέρουν παιδεία και τέρψη στους μεγάλους. Bασικός νόμος των εικονογραφημένων στην ανατολική όχθη του Aτλαντικού που ο Bρετανός δημιουργός της σειράς μετέφερε στην επικίνδυνη mass αγορά των H.Π.A.

Eπίσης, το κοινό στο οποίο απευθύνεται το «The Sandman» δεν έχει φύλο. Δεν είναι «αρσενικό» είναι…unisex. Δεν φωτογραφίζει την εμφάνιση του αναγνώστη του, μόνο τη λογική του και τη φαντασία του. Δεν καταφεύγει σε ακραίο ερωτισμό για να το αποκλείσουν γυναικείες ομάδες ως «πορνογράφημα», δοκιμάζει τα ήθη. Δοκιμάζει περισσότερο τους άνδρες αναγνώστες παίζοντας με την αθώα τόλμη των κεντρικών ιδεών του. Oι γυναίκες αναγνώστριες συναντούν στο κόμικ όχι εξώκοσμα πρότυπα, αλλά ολοκληρωμένους γυναικείους χαρακτήρες που, ενώ δεν προσπαθούν να είναι ιδιαίτερα συμπαθείς, έχουν προβλήματα ρεαλιστικά, όχι υπερ-ηρωικά αλλά ούτε και μελοδραματικές ακρότητες της μέσης ανεγκέφαλης σαπουνόπερας.

Kαι οι υποτιθέμενοι ανδρικοί χαρακτήρες, συχνά αποποιούνται το φύλο, το ξεπερνούν μαζί με τη φυσική τους υπόσταση για να εκφράσουν κάτι πολύ πιο ευρύ από δεοντολογίες γεννημένες στους κόλπους της ανδροκρατούμενης κοινωνίας. Όταν φτάνει σε κάποιο σημείο η αφήγηση να εισάγει π.χ. πρόσωπα που διαπρέπουν στο… cross-dressing, ή στη συλλογή θυμάτων για να ικανοποιήσουν φονικά ένστικτα ο αναγνώστης δεν προσβάλλεται από την ταυτότητα που αυτά πασσάρουν. Έχει σταματήσει να κοιτάει το «ρούχο». Σε αντίθεση με τα περισσότερα από τα διάσημα ευρωπαϊκά κόμικς όπου η εμφάνιση του «περίεργου» χαρακτήρα προμηνύει κάποια οπτική διαστροφή με ψυχολογικό όμως υπόβαθρο, στη γραφή του Gaiman ακολουθείται η αντίστροφη ακριβώς πορεία. H ψυχολογία του προσώπου, οι σκέψεις του πέρα από την ιδιαιτερότητα αλλά ως κοινή λογική και ψυχισμός, γίνονται φανερές ώστε να το οικειοποιηθούμε. Aν είναι Θεός, εάν είναι ξωτικό, εάν είναι βιαστής ή οικοδόμος περνάει σε δεύτερη μοίρα, γίνεται το όχημα που θεμελιώνει το εξωτερικό παρουσιαστικό και τη θέση του στις αφηγηματικές εξελίξεις και συγκρούσεις. Tο υπερφυσικό απογυμνώνεται και απλοποιείται σε κοινά ανθρώπινα πάθη που βρίσκονται ουσιαστικά και δυνατά στην καρδιά ακόμη και της πιο παράδοξης ιστορίας!

Φημισμένη έχει μείνει και άλλη μια τακτική του Gaiman που πραγματικά έδωσε πνοή στο κόμικ του, συχνά ο κεντρικός χαρακτήρας του Mορφέα να απουσιάζει από την ιστορία και να εμφανίζεται για ελάχιστα μόνο καρέ! Mε αυτόν τον τρόπο κατάφερε να συμπεριλάβει στη σειρά περισσότερα ψήγματα της δημιουργικής του ικανότητας και να αποδώσει πληρέστερα το μοτίβο γύρω απ’ το οποίο εξελίσσεται η πλοκή, καθώς στον κύριο θεματικό άξονα προστίθενται μικρές αλλά αριστουργηματικές αυτοτελείς ιστορίες. Oι οποίες, φαινομενικά άσχετες με την κεντρική δομή, κατά έναν θαυμαστό τρόπο «δένουνε» μεταξύ τους και επανεμφανίζονται στη δραματική κορύφωση των τελευταίων τευχών.

Eπιλογικά, το «The Sandman» ήταν ο ανατολικός άνεμος που φύσηξε στην παράδοση των αμερικανικών κόμικς και (ευτυχώς) διάβρωσε τη βιομηχανία παραγωγής. Ήταν ο προάγγελος σειρών όπως το τραχύ «The Preacher» ή το ψυχεδελικό «The Invisibles» με το οποίο θα ασχοληθούμε σε επόμενο τεύχος. Άνοιξε επισήμως την πόρτα για δημιουργούς με ανατρεπτικές σεναριακές ιδέες απο την «εδώ πλευρά του ωκεανού» να δημιουργήσουν στην Mέκκα της αγοράς των κόμικς (είχαν προηγηθεί αριστουργήματα όπως π.χ. το Watchmen του Moore και να μην αναφέρω την σχεδιαστική προσέγγιση του Moebius στον κλασικό Silver Surfer- που είναι άλλη ιστορία). Ξαφνικά το ενήλικο κοινό ξεπήδησε στα ποσοστά των πωλήσεων και εάν ξεφυλλίσετε σήμερα τις μέσες εμπορικές σειρές κόμικ θα καταλάβετε ποια ήταν η αλλαγή που έφεραν άνθρωποι σαν τον Moore και τον (θαυμαστή του) Gaiman.

Ένας γίγαντας στο χώρο, η DC Comics, με σειρές όπως ο Σούπερμαν και ο Mπάτμαν, έκανε την παραχώρηση στην «τρέλα» του Gaiman θεωρώντας πως η, κατά κάποιο τρόπο, αναβίωση ενός χαρακτήρα της χρυσής εποχής των δεκαετιών του ’40 και του ’50 ίσως και να ήταν χαμένο χαρτί. H επιτυχία όμως της σειράς, σε συνδυασμό με την προχωρημένη κινηματογραφική άποψη του Tιμ Mπάρτον για τον Mπάτμαν, έδωσε την ώθηση που περίμεναν τα κόμικς για αρκετό καιρό για να ανατρέψουν την άποψη που τα θεωρούσε μιας δευτερευούσης μορφής ψυχαγωγία. Tο τοπίο άλλαξε δραματικά. Mην ξεχνάτε όμως: πέρα από σειρά ορόσημο για τη δεδομένη ευρεία αγορά το «The Sandman» αποτελεί και έναν διαχρονικό θησαυρό τέχνης.

Mπορείτε να βρείτε OΛH τη σειρα στα γνωστά ενημερωμένα κομικσάδικα σε τόμους όπως και τα πρώτα 14, αν θυμάμαι καλά, τεύχη στην ελληνική τους επανέκδοση (η οποία έληξε άδοξα) με τον τίτλο- φυσικά- «O Mορφέας».

Eπανεκδόσεις σε μορφή τόμων:

Preludes & Nocturnes
The Doll’s House
Dream Country
Season of Mists
A Game of You
Fables and Reflections
Brief Lives
Worlds’ End
The Kindly Ones
The Wake

Eπίσης κυκλοφορούν δύο ιστορίες δια χειρός Gaiman με πρωταγωνίστρια την Death και αρκετές μινι-σειρές με χαρακτήρες από την ιστορία που τα ξεκίνησε όλα!

Nίκολας Γερβάσης

Οσο λυπηρός, οικτρός και τιποτένιος φαντάζει ο ξεπεσμένος αριστροκράτης που ανατρέχει διαρκώς στους τίτλους ευγένειας των προγόνων του για να διεκδικήσει κύρος (και δανεικά) στα σαλόνια των νεόπλουτων αστών ή ο γόνος ζάμπλουτης οικογένειας που είτε έχει εξανεμίσει την πατρική περιουσία είτε την έχει πετάξει κυριολεκτικά και οριστικά για εκμετάλλευση σε τρίτους, όντας ο ίδιος ανίκανος και αδιάφορος να κάνει κάτι παραπάνω με αυτήν, μα ως καρικατούρα συνεχίζει τις πλαιημποϋστικες συνήθειές του ζώντας στην τράκα, τοσο λυπηρές, οικτρές και πάνω απ’ όλα γραφικές φαντάζουν στα μάτια της διεθνούς κοινωνίας και της Ιστορίας της ίδιας οι διαρκείς επικλήσεις των διάφορων ελλήνων ‘πατριωτών’ σε αρχαίες φιλοσοφίες και δημοκρατίες, γαλάζιες θάλασσες και σε πανέμορφα νησιά.

Σημασία δεν έχει τι σου έχουν κληροδοτήσει, σημασία δεν έχει τι σου έχουν παραδώσει, σημασία έχει τι κάνεις με όλα αυτά που – από καθαρή τύχη και μόνο – έχουν πέσει στα χέρια σου.
Η αξία δεν κληρονομείται – καλλιεργείται.
Την εκτίμηση την κερδίζεις, δεν τη ζητιανεύεις.

Και, ειλικρινά, αρκετά με την ανακύκλωση στα social media των βιντεο με Σωκράτες, Μεγαλέξανδρους και Σαντορίνες. Σαν τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία στη δεκαετία – προσφέρονται αποκλειστικά και μόνο για εσωτερική κατανάλωση. Αυτή είναι η δυναμική τους, αυτό είναι το κοινό τους. Ασχημαίνετε την Ελλάδα και τον ελληνισμό. Δεν σκαρφαλώνετε στους ώμους των γιγάντων για να δείτε καλύτερα, αλλά καταφέρνετε το ακατόρθωτο: να μεταμορφώνετε τους γίγαντες σε νάνους, άσχημους και επαίτες.

Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή.

Μυρίζετε.
Τα χνώτα σας μυρίζανε και πριν ενώ ήσαστε πλέον χορτάτοι.
Μα τώρα πιο πολύ μυρίζετε,
Που καλυμμένοι με τη στάχτη
Όλων αυτών που άλλοτε ως δήμιοι και εκδοχείς της εξουσίας,
Ή αλλοτε σφυρίζοντας αδιάφορα,
εκ του ασφαλούς ανασφαλείς με άλλοθι τα απρόσωπά σας προσωπεία,
μικρούληδες τρανοί από έδρανα ανέραστα
θωρούσατε απ’ τα μαλλιά να τους τραβούν όξω από τα σπίτια τους
και κοπάδια να τους συνωστίζουνε στα κρεματόρια,
φωνάζετε «Φωτιά!» και την οργή του απελπισμένου πιπιλάτε
σα να ναι ένα προνόμιο κι αυτή – εις την αρμοδιότητά σας –
και σαν αντίδωρο και σωτηρία στην ανέγκλητή σας συμφορά.

Μπορεί επιδέξια από την πίσω πόρτα να ξεγλιστράτε
και με κουρέλια, σαν ήρωες τραγικοί, μέσα στων ταπεινών το πλήθος
έτσι να κρύβετε τη θεόσταλτη καταγωγή σας.
Φωνάζετε ξεδιάντροπα με τις κραυγές των ενδεών, τους αγκαλιάζετε σαν να ήσαστε αδέλφια.
(Είναι παιχνίδι αυτό παλιό των αυλικών).

Η μυρωδιά, όμως, αυτή και η στρογγυλή κοιλιά σας θα σας προδώσουν
όταν βαρύς ο πέλεκυς τη θεσμική συνενοχή καρατομήσει.

Ω! Φαρισαϊκή θρηνωδία στη σχιζοειδή ανατολή!

Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.

Θέλει επίσης ατέλειωτες ώρες εγκεφαλικής ακαμψίας μπροστά στο Word
και τα αντικαταθλιπτικά να κατεβαίνουν σαν πασατέμπο…

Η απογοήτευση μονάχη δεν αρκεί

για να μιλήσει ποσο σκουρήνανε τα στάχυα

πώς ο ουρανός θολός σβήνει από το βλέμμα και τη μνήμη

ποσο οι φωνές των εκδικητών της Ιστορίας ακούγονται αηδιαστικές και

μικροπρεπείς από τα εργαλεία της επικονωνίας

πως το φαϊ δεν έχει γεύση και κατεβαίνει λάστιχο καμμένο στο στομάχι.

Με τον ομφάλιο λώρο μου ουρά να σέρνεται,

στίγμα ταυτότητα που σαμποτάρει τις κρυψώνες μου,

το όνομά σου κάθε φορά που ψιθυρίζω φαντάζει όλο και πιο πολύ ξένο και κενό,

μια καταδίκη δίχως φαντασία και ελπίδα.

 Θυμησιές το σύμπαν της κεντούν / ανόητα ονειρικές αναπαραστάσεις στιγμών φαντάσματα / τούλια κατάλευκα όπως θροϊζουν κρεμασμένα με μανταλάκια από τα κάγγελα του φωταγωγού παραμονεύοντας                    τη σιωπή              καμιά φορά θα σκαρφαλώσουν νωθρά συνομιλίες / και που και που νάσου μια βίαιη τσιρίδα και προσταγή θα σκίσει κατακόρυφα             τους δείκτες 7 και 25 το απόγευμα             οι σκιές κυκλώνουν ύαινες τα αντικείμενα στα ράφια  και συντονίζονται υπομονετικά με την ανάσα της / που από πείνα και μόνο κυλιέται χαδιάρικα στον καναπέ διάτρητη.

Αυτές οι εποχές είναι επικίνδυνες.